πουλιά περάσανε σχιστά
στους καημούς δοθήκαν
πιαστήκαν από χαμηλά
να φτάσουν λίγο χώμα
να πιούνε και λίγο αίμα
από τις ρίζες στα ανοιχτά
ώσπου ο θρήνος να σβηστεί
μέσα στου ζώου το βλέμμα
αίμα αγγέλων, τρίχες, μύρο, λιβάνι
από την αυλή της κόλασης χαρμάνι
οι ουρανοί μεμιάς ανοίξανε
στο κέντρο του καρφιά του μπήξανε
κρυστάλλινη η αγνή ψυχή του
μαύρη η γη του σκάει στα δύο
θρύμματα χύθηκαν στη νύχτα
λύκου βουνών φωνή αλυχτά
μια προσευχή στους δρόμους μένει
με δάκρυα το έδαφος λύπη ραίνει
εκείνο γέρνει πάνω σε έναν τοίχο
φυτρώνει τον καημό του στίχο-στίχο
τη νύχτα άγιο σκέπασμα προσμένει
την άβυσσό του μέσα της να πλένει
νεκρά κλαδιά παντού να αφήσει
φτάνοντας τη βάναυσή του δύση
αυτά που κάποτε ήταν φύλλα
γίνανε οδύνη, πόνος, κατρακύλα
τίποτα πια δεν μοιάζει απλό
το δέντρο αυτό μυρίζει θάνατο

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου