Ήταν ένα σαλιγκάρι
που δεν είχε φαγητό
κίνησε για το βουνό
να το ανέβει πιο πολύ
λίγο φαγητό να βρει
μία και δύο από νωρίς
σωριάστηκε κατά γης
ήταν πολύ κουραστικό
το εγχείρημα αυτό
γρήγορο και βιαστικό
για το σαλιγκάρι η ζωή
ήταν πολύ αργή
και δεν είχε συνηθίσει
το φαί να νοστιμίσει
έτρωγε ό,τι είχε βρει
και από την πολλή απάθεια
έμεινε μέσα στην αμάθεια
πόδια να τρέξει δεν είχε
το καημένο
και σαν έφτασε στο βουνό
ήταν πια αργοπορημένο
και το βουνό είχε πια καεί
και το σαλιγκάρι έμεινε
να νοσταλγεί
πώς θα ήταν η πορεία
αν δεν είχε φασαρία
πώς θα ήταν η ζωή
αν είχε συνηθίσει
να τρώει πιο νόστιμο φαΐ
και αν στους πρόποδες του βουνού
είχε προγενέστερα γεννηθεί
ώσπου μία μέρα ηλιόλουστη
ο ήλιος κελαηδά
το ποτάμι ρέει φανταστικά
τα λουλούδια υπερτερούν
και τα πουλάκια λαμποκοπούν
το σαλιγκάρι ξυπνάει ξαφνικά
είναι στου αγρού την αγκαλιά
ξαπλώνει και ηρεμεί
ήταν όλα ένα όνειρο κακό
ύπουλο και δραστικό
δεν υπάρχει το βουνό
μόνο χορτάρι δροσερό.
Αχ, βρε, σαλιγκάρι. Τι ήταν κι αυτό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου