Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Στη Μέση Ενός Πουθενά

Μία μέρα κλείστηκε σε ένα κουτί και αποφάσισε να μη ξαναβγεί. Μόνο έβγαζε το κεφάλι του έξω πού και πού να φωνάξει στα πουλιά να τον ακούσουν να κλαίει. Για τον κόσμο που αλλάζει διαρκώς, για το νερό που εξαντλείται, για τα δάση που καίγονται. Για όλα όσα παύουν οριστικά και αμετάκλητα. Φιάλες οξυγόνου έπλεαν στη μνήμη του. Φουσκάλες φύτρωναν στο δέρμα του. Τα πόδια του ρίζωναν στο χάρτινο έδαφος. Ένα ραδιενεργό σήμα εξέπεμπε. Συναγερμοί στο βάθος. Κι ουρλιαχτά παιδιών. Η ενοχή είχε πάρει τόπο από την οργή και το κουτί είχε γίνει όσο πιο στενό γινόταν. Τον πλάκωνε κι αυτός μίκραινε και μίκραινε. Ο καιρός περνούσε, όπως κάθε άλλη φορά. Ώσπου, μέσα στο κουτί είδε ένα όνειρο. Πως ο κόσμος τελειώνει, επιτέλους. Η σελήνη έγινε σκόνη, ο ήλιος έσκασε, τα αστέρια τσίριξαν κι έπειτα έσβησαν. Όλα γύρω έπαψαν. Τα δάχτυλά του πέτρωσαν. Τα μάγουλά του ίδρωσαν και φούσκωσαν. Έγινε μία μεγάλη μπάλα κενού αέρος. Από κάπου φύσηξε ένα αεράκι και τράβηξε το κουτί, μαζί με αυτόν μέσα, λίγο πιο πέρα. Ξέχασε κάθετι σε μία στιγμή. Ένας απόηχος κελαρύσματος έμεινε μονάχα, στη μέση ενός πουθενά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου