Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Όλα είχαν τη σειρά τους

Σήμερα ο ουρανός βαρύς, ο ήλιος του Απριλίου καυτός και πικρός, 

μα καθώς δύει, 

δίνει πιο παλ αποχρώσεις στη γιγάντια εβδομάδα των απωλειών.

Γιατί είναι και ο παππούς μου κάπου εκεί μέσα

στα ευθυγραμμισμένα σύννεφα

στα χαρτάκια με τις σημειώσεις του

στις άπειρες ιστορίες που έλεγε,

συμπληρώνοντας από εκεί κι εκεί κι εκεί, με θραύσματα παρελθόντων συμβάντων και γεγονότων

με αναμνήσεις από όλες τις μέρες, τις νύχτες και τα χρόνια του.

Είναι εκεί•

στις νότες του Μπιθικώτση που σκάλιζε μικρός και στους ύμνους που σιγόψελνε στις χορωδίες των ημερών

στον μπετονένιο έρωτα των εξηνταπέντε χρονών που είχε για τη γυναίκα που άφησε πίσω του μονάχη

στις πόλεις που αλλάξανε για να μεγαλώσουν τρεις κόρες και στα σπίτια που κτίσανε με τα χέρια τους και βάψανε με τους αγώνες τους

για να έχουν κάτι να αφήσουν στις γενιές ανθρώπων που δημιούργησαν•

-όλα είχαν τη σειρά τους, όλα είχαν το πρόγραμμά τους κι αυτός δεν το άλλαζε με τίποτα-

Έφυγε τώρα

κι άφησε πίσω τη γιαγιά, το άλλο του μισό, ξέροντας βαθύτατα πως είναι, αν όχι περισσότερο, εξίσου ισχυρή με αυτόν.

Μα πάντα ήθελε να τα κάνει όλα πρώτος

ακόμα και τον θάνατο

αγαπώντας πάντα τη ζωή, τρώγοντας, μέχρι και το τελευταίο ψίχουλο από το πιάτο

ως το μεδούλι

αναγνωρίζοντας τι θα πει στέρηση, πείνα και λιμός, καλύτερα από τον καθένα.

Άπιαστο πρότυπο άτεγκτου χαρακτήρα, πατριάρχης, δίχως εναλλακτική

έκλαιγε κρυφά -και μόνο μπροστά στην υπέρτατη γυναίκα της ζωής του που τον φρόντιζε και τον μεγάλωσε μέχρι τελευταία στιγμή-

Κι, όμως, τα κατάφερε ο τίμιος

ήταν ο πρώτος

στην τάξη και στην οργάνωση, στη λιτή κι απέριττη, πλην ειλικρινά ευτυχισμένη ζωή του, 

πάντα μαζί της, μαζί με εκείνη, την πέτρινη ψυχούλα

στη σταθερότητα και στο πείσμα του, στην υπομονή και στην αυστηρή κριτική του

στα μεγάλα χαμόγελά του με το χρυσό του δόντι

στην απλοχεριά και στην εξυπνάδα του

στα τάβλι και στα κομπολόγια του και στη θεόσκληρη δουλειά του

στις αναμνήσεις των κορών, των εγγονιών και των δισέγγονών του

στα αγαπημένα του καναπέ μαξιλάρια του

στα καθημερινά ως τα 96 φρεσκοπλυμένα και καλοσιδερωμένα πουκάμισά του, 

εξαιτίας εκείνης -στιβαρό υποστήλωμα-

στο καθημερινό επί χρόνια ξύρισμά του

στη φροντίδα και στη ριγέ καθώς πρέπει, για τον ίδιο κι όχι για τους άλλους, αλλά και για τη γυναίκα, ρουτίνα του

στον ψυχαναγκασμό και στην πα(σ)τρικότητά του

στα μεγάλα αυτιά, στα γαλαζολαδιά μάτια του που κοιτούσαν πότε με αγάπη και χαρά και πότε με αυταρχικότητα και στη μεγάλη μύτη του

στα γέλια και στις χαρές, στο ισότιμο χαρτζιλίκι και στις αντάρες του

στα όνειρά του για εμάς, αλλά και στις πολλαπλές φοβίες του

στο δούρειο πείσμα του και στα καθηλωτικά σχόλιά του

στο ημερολόγιο που σημείωνε τις γιορτές και τα γενέθλιά όλων,

με τα όμορφα αυτόνομα και περίεργα γράμματά του

βράχος οικογενειών, έστησε δένδρο κι άφησε πίσω του μεγάλο•

στην ανάγκη του να μας δείξει πώς να γίνουμε καλοί άνθρωποι, μα πάνω από όλα, 

στην ανυπόκριτη τιμιότητά του.

Στο μπουζούκι του και στη νοσταλγία του, καθώς και

στην αδικοκαταραμένη μάνα του που έφερε πέντε παιδιά στον κόσμο

στη φτώχεια του πολέμου

στη δύναμη και στο κουράγιο του να στέκεται πάντα ευθυτενής, ακόμα και με καταρράκτη και ίλιγγο

να αγαπά με πράξεις και με τα λόγια να δείχνει τον δρόμο πάντα για μπροστά, πάντα για το έστω και λίγο παραπέρα.

Θα τον θυμόμαστε σαν έναν ήρωα -με τις φυσικές του αδυναμίες-

Ήρωα, πρωταγωνιστή στις ιστορίες του από χρόνια πίσω, που, όπως είπε η γιαγιά, η γυναίκα, σύντροφος και σαν πραγματική φροντίστρια-μητέρα του,

έφυγε ένα πρωινό μεγάλης Πέμπτης του Απρίλη σαν τον άνεμο

-ο Σαββίκος της-

Κι έγινε σε ένα πρωί, αφού έφαγε το προγευμά του και άφησε λίγο για τη γιαγιά, όπως κάθε άλλη μέρα

ελεύθερο πουλί, όπως ήθελε, άνοιξε τα φτερά του και έγινε ένα με το όλο

τα είχε κανονίσει όλα και είχε ήσυχο πια το κεφάλι του

-όλα είχαν τη σειρά τους, όλα είχαν το πρόγραμμά τους κι αυτός δεν το άλλαζε με τίποτα-

Έτσι έφυγε. Ο παππούς μας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου