Πήρε τις φέτες μπέικον με αυτά που μάζεψε
στη γύρα.
Κάθισε στο παγκάκι και προσπαθούσε
μανιωδώς να ανοίξει τη συσκευασία με το χέρι.
Απέναντι οι καμπάνες της εκκλησίας
και μπροστά θόρυβος από το σιντριβάνι
της πλατείας.
Σε μία μπλε σακούλα είχε καθαρό τσίπουρο
κι έπινε από το πλαστικό μπουκάλι.
Δίπλα τα μυρμήγκια πήγαιναν κι έρχονταν
θαρρείς κι ο κόσμος ήταν φτιαγμένος για αυτά,
με τις πλάτες τους φορτωμένες διπλάσια
τον όγκο των μικροσκοπικών σωμάτων τους.
Ο Άγιος Νικόλαος σιωπούσε,
ο ήλιος υπόκωφος κι ένα μαύρο
σύννεφο
που ήθελε να σκάσει
αυτή την αφόρητη ζέστη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου