Διάφορα βλέμματα τραβούσε, καθώς πληκτρολογούσε ένα μήνυμα στο κινητό της που θα άλλαζε σύντομα τη ροή του κόσμου της για πάντα. Κάτι καθοριστικό στην εμφάνισή της ήταν ότι της έλειπε ένα χέρι. Οπότε μία έγραφε, μία άφηνε το κινητό και ρουφούσε επιδεικτικά το τσιγάρο της. Η εναλλαγή αυτή γινόταν χωρίς σταματημό.
Όταν ο άνδρας μπήκε στον χώρο η κυρία σταμάτησε τη μανιακή πληκτρολόγηση και άφησε τον εαυτό της ελεύθερο. Γύρισε και τον κοιτούσε. Ο άνδρας φορούσε μία μαύρη καμπαρντίνα, ένα σκούρο πουκάμισο χωρίς κουμπιά και ένα ξεθωριασμένο τζιν παντελόνι. Τα μάτια του έμοιαζαν με γερακιού. Την πλησίασε και παραλίγο να ξεκινήσει ένας μεγάλος έρωτας που ίσως και να μπορούσε να κρατήσει για πάντα.
Πλησίαζε το ξημέρωμα και στην άλλη πλευρά της πόλης, ο κόσμος ήδη καταστρεφόταν μετά από το πάτημα ενός κουμπιού.
Στις όχθες της θάλασσας μία κοπέλα περπατούσε, περπατούσε κι όλο έμπαινε προς τα μέσα και όλο και πιο μέσα και δεν σταματούσε. Ώσπου στο τέλος, τα μαλλιά της την τύλιξαν και βάρυναν μέσα στο νερό. Στάζανε και την περικύκλωναν όσο προσπαθούσε εκείνη να μπει πιο μέσα. Όταν βυθίστηκε και η τελευταία της τούφα μέσα στο νερό, όλα σιώπησαν μέσα σε ένα μιλισεκόν. Γύρω επικράτησε μία βαριά βουβαμάρα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου